Греческий словарь
с грамматикой

μετέχω

[meˈtexo]глаголB2

Значения

1
участвовать, принимать участие
participate, take part · μετέχω σε συζήτηση — участвую в обсуждении
2
разделять (чувства, мнения и т.д.)
share (feelings, views, etc.) · μετέχω της γνώμης του — разделяю его мнение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μετέχω
εσύ
μετέχεις
αυτός
μετέχει
εμείς
μετέχουμε
εσείς
μετέχετε
αυτοί
μετέχουν
Аорист
εγώ
μετέσχον
εσύ
μετέσχες
αυτός
μετέσχε
εμείς
μετέσχομε
εσείς
μετέσχετε
αυτοί
μετέσχαν
Будущее
εγώ
θα μετέχω
εσύ
θα μετέχεις
αυτός
θα μετέχει
εμείς
θα μετέχουμε
εσείς
θα μετέχετε
αυτοί
θα μετέχουν

Примеры

Όλοι μετέχουν ενεργά στα πολιτικά ζητήματα.
Все активно участвуют в политических вопросах. · Everyone actively participates in political matters.
Μετέσχε σε πολλές διεθνείς συνδιασκέψεις.
Он участвовал во многих международных конференциях. · He took part in many international conferences.
Μετέχουμε της ιδέας ότι η παιδεία είναι σημαντική.
Мы разделяем мнение, что образование важно. · We share the view that education is important.