μετάβαση
[metaˈvasi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
переход, переходный период
transition, transitional period · μετάβαση από το σχολείο στο πανεπιστήμιο — переход из школы в университет
2
перемещение, движение с одного места на другое
passage, movement from one place to another · η μετάβαση προς τα βουνά — движение в горы
3
переход в другое состояние, фазу развития
shift to another state or developmental phase · μετάβαση από την παιδική ηλικία στην εφηβεία — переход из детства в отрочество
Грамматика
Ед. ч.
им.
η μετάβαση
вин.
τη μετάβαση
род.
της μετάβασης
зват.
μετάβαση
Мн. ч.
им.
οι μεταβάσεις
вин.
τις μεταβάσεις
род.
των μεταβάσεων
зват.
μεταβάσεις
Примеры
Η μετάβαση στο νέο σύστημα ήταν δύσκολη για όλους.
Переход на новую систему был сложен для всех. · The transition to the new system was difficult for everyone.
Κατά τη μετάβασή του σπίτι, είδε ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα.
По пути домой он увидел красивый закат. · On his way home, he saw a beautiful sunset.
Οι μεταβάσεις μεταξύ των εποχών φέρνουν αλλαγές στη φύση.
Переходы между сезонами приносят изменения в природе. · Transitions between seasons bring changes in nature.
Η μετάβαση από την εργασία στη συνταξιοδότηση απαιτεί προσαρμογή.
Переход от работы к пенсии требует адаптации. · The shift from work to retirement requires adaptation.