Греческий словарь
с грамматикой

μεσολαβώ

[mesɔlaˈvo]глаголC1

Значения

1
выступать посредником, посредничать
to mediate, to act as an intermediary · μεσολαβώ στη διαφορά — посредничаю в споре
2
интерпретировать, толковать (в философском или филологическом смысле)
to interpret, to construe (in philosophical or philological sense) · μεσολαβώ το κείμενο — толкую текст

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μεσολαβώ
εσύ
μεσολαβάς
αυτός
μεσολαβά
εμείς
μεσολαβούμε
εσείς
μεσολαβάτε
αυτοί
μεσολαβούν
Аорист
εγώ
μεσολάβησα
εσύ
μεσολάβησες
αυτός
μεσολάβησε
εμείς
μεσολαβήσαμε
εσείς
μεσολαβήσατε
αυτοί
μεσολάβησαν
Будущее
εγώ
θα μεσολαβήσω
εσύ
θα μεσολαβήσεις
αυτός
θα μεσολαβήσει
εμείς
θα μεσολαβήσουμε
εσείς
θα μεσολαβήσετε
αυτοί
θα μεσολαβήσουν

Примеры

Ο δικηγόρος μεσολάβησε ανάμεσα στους δύο πελάτες.
Адвокат выступил посредником между двумя клиентами. · The lawyer mediated between the two clients.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση μεσολαβεί στο διεθνές διάδημα.
Европейский союз играет роль посредника в международных конфликтах. · The European Union acts as a mediator in international disputes.
Αν μεσολαβήσουμε σωστά, θα λύσουμε το πρόβλημα.
Если мы правильно посредничаем, мы решим проблему. · If we mediate properly, we will solve the problem.