Греческий словарь
с грамматикой

μεσιτεύω

[mesiˈtevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
посредничать, выступать посредником
to mediate, to act as a mediator or broker · μεσιτεύω ανάμεσα σε δύο πλευρές — посредничаю между двумя сторонами
2
быть маклером (торговцем недвижимостью)
to work as a broker or real estate agent · μεσιτεύω ακίνητα — занимаюсь продажей недвижимости

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μεσιτεύω
εσύ
μεσιτεύεις
αυτός
μεσιτεύει
εμείς
μεσιτεύουμε
εσείς
μεσιτεύετε
αυτοί
μεσιτεύουν
Аорист
εγώ
μεσίτευσα
εσύ
μεσίτευσες
αυτός
μεσίτευσε
εμείς
μεσιτεύσαμε
εσείς
μεσιτεύσατε
αυτοί
μεσίτευσαν
Будущее
εγώ
θα μεσιτεύσω
εσύ
θα μεσιτεύσεις
αυτός
θα μεσιτεύσει
εμείς
θα μεσιτεύσουμε
εσείς
θα μεσιτεύσετε
αυτοί
θα μεσιτεύσουν

Примеры

Ο δικηγόρος μεσίτευσε μια συμφωνία ανάμεσα στις δύο εταιρείες.
Адвокат посредничал в достижении соглашения между двумя компаниями. · The lawyer mediated an agreement between the two companies.
Η εταιρεία μεσιτεύει ακίνητα στο κέντρο της πόλης.
Компания занимается продажей недвижимости в центре города. · The company brokers real estate in the city center.
Θα μεσιτεύσει σε διαπραγματεύσεις για ειρήνη.
Он будет посредничать в мирных переговорах. · He will mediate in peace negotiations.