μεσημεριανός
[mesimeriˈanos]прилагательноеA2
Значения
1
полуденный, дневной, происходящий в полдень
midday, noon, occurring at midday · μεσημεριανή ώρα — полуденный час
2
южный (географический)
southern, of the south · μεσημεριανές χώρες — южные страны
Грамматика
мужской род
им.
μεσημεριανός
вин.
μεσημεριανό
род.
μεσημεριανού
зват.
μεσημεριανέ
женский род
им.
μεσημεριανή
вин.
μεσημεριανή
род.
μεσημεριανής
зват.
μεσημεριανή
средний род
им.
μεσημεριανό
вин.
μεσημεριανό
род.
μεσημεριανού
зват.
μεσημεριανό
Примеры
Το μεσημεριανό φως είναι πολύ δυνατό.
Полуденный свет очень сильный. · The midday light is very strong.
Παίρνουμε ένα μικρό μεσημεριανό ύπνο κάθε μέρα.
Мы ненадолго спим в полдень каждый день. · We take a short midday nap every day.
Οι μεσημεριανές χώρες έχουν θερμό κλίμα.
Южные страны имеют тёплый климат. · Southern countries have a warm climate.
Η μεσημεριανή διεύθυνση δείχνει προς το νότο.
Южное направление указывает на юг. · The southern direction points toward the south.