Греческий словарь
с грамматикой

μεσαιωνικός

[mesɛoniˈnikos]прилагательноеB2

Значения

1
средневековый, относящийся к Средним векам
medieval, relating to the Middle Ages · η μεσαιωνική περίοδος — средневековый период
2
устаревший, отсталый, примитивный
outdated, backward, primitive · μεσαιωνικές μέθοδοι — средневековые методы

Грамматика

мужской род
им.
μεσαιωνικός
вин.
μεσαιωνικό
род.
μεσαιωνικού
зват.
μεσαιωνικέ
женский род
им.
μεσαιωνική
вин.
μεσαιωνική
род.
μεσαιωνικής
зват.
μεσαιωνική
средний род
им.
μεσαιωνικό
вин.
μεσαιωνικό
род.
μεσαιωνικού
зват.
μεσαιωνικό

Примеры

Η μεσαιωνική αρχιτεκτονική εντυπωσιάζει τους επισκέπτες.
Средневековая архитектура впечатляет туристов. · Medieval architecture impresses visitors.
Αυτές οι μεσαιωνικές πρακτικές δεν έχουν θέση στον σύγχρονο κόσμο.
Эти средневековые методы не имеют места в современном мире. · These medieval practices have no place in the modern world.
Το μεσαιωνικό κάστρο βρίσκεται στην κορυφή του λόφου.
Средневековый замок находится на вершине холма. · The medieval castle stands on top of the hill.