μεσάζω
[meˈsazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
посредничать, быть посредником
to mediate, to act as a go-between · μεσάζω ανάμεσα σε δύο μέρη — быть посредником между двумя сторонами
2
находиться посередине, занимать промежуточное положение
to be in the middle, to occupy a middle position · το σπίτι μεσάζει στην οδό — дом находится посередине улицы
Грамматика
Настоящее время
εγώ
μεσάζω
εσύ
μεσάζεις
αυτός
μεσάζει
εμείς
μεσάζουμε
εσείς
μεσάζετε
αυτοί
μεσάζουν
Аорист
εγώ
μεσάζησα
εσύ
μεσάζησες
αυτός
μεσάζησε
εμείς
μεσάζησαμε
εσείς
μεσάζησατε
αυτοί
μεσάζησαν
Будущее
εγώ
θα μεσάζω
εσύ
θα μεσάζεις
αυτός
θα μεσάζει
εμείς
θα μεσάζουμε
εσείς
θα μεσάζετε
αυτοί
θα μεσάζουν
Примеры
Ο δικηγόρος μεσάζει ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Адвокат посредничает между двумя сторонами. · The lawyer mediates between the two sides.
Το σπίτι τους μεσάζει στη μέση της πλατείας.
Их дом находится в центре площади. · Their house stands in the middle of the square.
Μεσάζησε για να λυθεί η διαφορά τους.
Он посредничал, чтобы разрешить их спор. · He mediated to settle their dispute.