Греческий словарь
с грамматикой

μερίζω

[meˈrizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
делить, распределять
divide, distribute · μερίζω το φαγητό — делю еду поровну
2
раздавать, выделять (долю)
allocate, assign · μερίζουν τα έδαφος — выделяют земельные участки

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μερίζω
εσύ
μερίζεις
αυτός
μερίζει
εμείς
μερίζουμε
εσείς
μερίζετε
αυτοί
μερίζουν
Аорист
εγώ
μέρισα
εσύ
μέρισες
αυτός
μέρισε
εμείς
μερίσαμε
εσείς
μερίσατε
αυτοί
μέρισαν
Будущее
εγώ
θα μερίσω
εσύ
θα μερίσεις
αυτός
θα μερίσει
εμείς
θα μερίσουμε
εσείς
θα μερίσετε
αυτοί
θα μερίσουν

Примеры

Ο πατέρας μέρισε το κληροδότημα στα παιδιά.
Отец разделил наследство между детьми. · The father divided the inheritance among his children.
Μερίζουν τα έξοδα του σπιτιού εξίσου.
Они делят расходы на дом поровну. · They split the household expenses equally.
Αν μερίσουμε το ποσό σε τέσσερις ίσες μερίδες, θα έχουμε αρκετά.
Если мы разделим сумму на четыре равные части, нам хватит. · If we divide the sum into four equal portions, it will be enough.
Τα κέρδη μερίστηκαν μεταξύ των μετόχων.
Прибыль была распределена между акционерами. · The profits were distributed among the shareholders.