μεξικάνικος
[mexiˈkanikos]прилагательноеA2
Значения
1
мексиканский
Mexican · μεξικάνικη κουζίνα — мексиканская кухня
Грамматика
мужской род
им.
μεξικάνικος
вин.
μεξικάνικο
род.
μεξικάνικου
зват.
μεξικάνικε
женский род
им.
μεξικάνικη
вин.
μεξικάνικη
род.
μεξικάνικης
зват.
μεξικάνικη
средний род
им.
μεξικάνικο
вин.
μεξικάνικο
род.
μεξικάνικου
зват.
μεξικάνικο
Примеры
Τα μεξικάνικα φαγητά είναι πολύ καυτερά.
Мексиканские блюда очень острые. · Mexican dishes are very spicy.
Αγάπησε τη μεξικάνικη μουσική και τα κοστούμια.
Ему нравилась мексиканская музыка и костюмы. · He loved Mexican music and costumes.
Το μεξικάνικο σκηνικό ήταν πολύ ζωντανό.
Мексиканский сценарий был очень живой. · The Mexican scenario was very lively.