Греческий словарь
с грамматикой

μελισσοκόμος

[melisoˈkomos]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
пчеловод
beekeeper · ο άνθρωπος που κρατάει μέλισσες — человек, который держит пчёл

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο μελισσοκόμος
вин.
τον μελισσοκόμο
род.
του μελισσοκόμου
зват.
μελισσοκόμε
Мн. ч.
им.
οι μελισσοκόμοι
вин.
τους μελισσοκόμους
род.
των μελισσοκόμων
зват.
μελισσοκόμοι

Примеры

Ο μελισσοκόμος φροντίζει τις κυψέλες κάθε εβδομάδα.
Пчеловод ухаживает за ульями каждую неделю. · The beekeeper tends to the hives every week.
Στο χωριό μας υπάρχουν τρεις μελισσοκόμοι.
В нашей деревне есть три пчеловода. · There are three beekeepers in our village.
Ο μελισσοκόμος πώλησε το μέλι του στην αγορά.
Пчеловод продал свой мёд на рынке. · The beekeeper sold his honey at the market.