μελανιάζω
[melaˈnjazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
становиться чёрным, чернеть
to become black, to blacken · το δέρμα μελανιάζει — кожа чернеет
2
загорать, приобретать загар
to tan, to get a suntan · μελανιάζω στην παραλία — я загораю на пляже
Грамматика
Настоящее время
εγώ
μελανιάζω
εσύ
μελανιάζεις
αυτός
μελανιάζει
εμείς
μελανιάζουμε
εσείς
μελανιάζετε
αυτοί
μελανιάζουν
Аорист
εγώ
μελάνιασα
εσύ
μελάνιασες
αυτός
μελάνιασε
εμείς
μελανιάσαμε
εσείς
μελανιάσατε
αυτοί
μελάνιασαν
Будущее
εγώ
θα μελανιάσω
εσύ
θα μελανιάσεις
αυτός
θα μελανιάσει
εμείς
θα μελανιάσουμε
εσείς
θα μελανιάσετε
αυτοί
θα μελανιάσουν
Примеры
Τα σταφύλια μελανιάζουν όσο ωριμάζουν.
Виноград чернеет по мере созревания. · The grapes blacken as they ripen.
Μελανιάστηκα στην παραλία το καλοκαίρι.
Я загорел на пляже летом. · I got a tan at the beach in summer.
Το δέρμά του μελανιάζει εύκολα.
Его кожа легко загорает. · His skin tans easily.
Κάθε φορά που πάω στη θάλασσα, μελανιάζω.
Каждый раз, когда я хожу в море, я загораю. · Every time I go to the sea, I get tanned.