μειοψηφία
[miopsifiˈa]существительноеη · женский родC1
Значения
1
меньшинство (в парламенте или другом органе)
minority (in parliament or other body) · η μειοψηφία στη Βουλή — меньшинство в Парламенте
Грамматика
Ед. ч.
им.
η μειοψηφία
вин.
τη μειοψηφία
род.
της μειοψηφίας
зват.
μειοψηφία
Мн. ч.
им.
οι μειοψηφίες
вин.
τις μειοψηφίες
род.
των μειοψηφιών
зват.
μειοψηφίες
Примеры
Η μειοψηφία έχει δικαίωμα να προτείνει νομοσχέδια.
Меньшинство имеет право вносить законопроекты. · The minority has the right to propose bills.
Η κυβέρνηση ανταγωνίζεται την αξιωματική μειοψηφία.
Правительство противостоит официальному меньшинству. · The government faces off against the official opposition.
Οι μειοψηφίες χρειάζονται προστασία των δικαιωμάτων τους.
Меньшинства нуждаются в защите своих прав. · Minorities need protection of their rights.