μειονέκτημα
[mejoˈnektima]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
недостаток, минус
disadvantage, drawback · ένα μειονέκτημα αυτού του σχεδίου — недостаток этого плана
2
невыгодное положение, неблагоприятное состояние
handicap, disadvantageous position · σε μειονέκτημα — в неблагоприятном положении
Грамматика
Ед. ч.
им.
το μειονέκτημα
вин.
το μειονέκτημα
род.
του μειονεκτήματος
зват.
μειονέκτημα
Мн. ч.
им.
τα μειονεκτήματα
вин.
τα μειονεκτήματα
род.
των μειονεκτημάτων
зват.
μειονεκτήματα
Примеры
Το κύριο μειονέκτημα αυτής της μεθόδου είναι η δαπάνη.
Главный недостаток этого метода — расходы. · The main disadvantage of this method is the cost.
Ξεκίνησε με μειονέκτημα στον διαγωνισμό.
Он начал соревнование в неблагоприятном положении. · He started the competition at a disadvantage.
Τα μειονεκτήματα του σχεδίου ξεπερνούν τα πλεονεκτήματα.
Недостатки плана превышают его преимущества. · The drawbacks of the plan outweigh its advantages.