Греческий словарь
с грамматикой

μεθαμφεταμίνη

[meθamfetaˈmini]существительноеη · женский родC1

Значения

1
метамфетамин (наркотическое вещество)
methamphetamine (an illicit drug) · παράνομη ουσία που προκαλεί εθισμό — незаконное вещество, вызывающее зависимость

Грамматика

Ед. ч.
им.
η μεθαμφεταμίνη
вин.
την μεθαμφεταμίνη
род.
της μεθαμφεταμίνης
зват.
μεθαμφεταμίνη
Мн. ч.
им.
οι μεθαμφεταμίνες
вин.
τις μεθαμφεταμίνες
род.
των μεθαμφεταμινών
зват.
μεθαμφεταμίνες

Примеры

Η μεθαμφεταμίνη είναι ένα επικίνδυνο ναρκωτικό.
Метамфетамин — опасный наркотик. · Methamphetamine is a dangerous drug.
Οι αρχές συνέλαβαν διακινητές μεθαμφεταμίνης.
Власти арестовали распространителей метамфетамина. · The authorities arrested methamphetamine dealers.
Η χρήση της μεθαμφεταμίνης αυξάνεται ανησύχως.
Использование метамфетамина тревожно растет. · Methamphetamine use is increasing alarmingly.