μεγαλοπρεπής
[meɣaloˈprepis]прилагательноеC1
Значения
1
величественный, царственный, импозантный
magnificent, grand, stately · μεγαλοπρεπής αρχιτεκτονική — величественная архитектура
2
щедрый, великодушный (в расходах, жестах)
generous, munificent · μεγαλοπρεπής δωρεά — щедрый дар
Грамматика
мужской род
им.
μεγαλοπρεπής
вин.
μεγαλοπρεπή
род.
μεγαλοπρεπούς
зват.
μεγαλοπρεπέ
женский род
им.
μεγαλοπρεπής
вин.
μεγαλοπρεπή
род.
μεγαλοπρεπούς
зват.
μεγαλοπρεπέ
средний род
им.
μεγαλοπρεπές
вин.
μεγαλοπρεπές
род.
μεγαλοπρεπούς
зват.
μεγαλοπρεπές
Примеры
Το παλάτι έχει μεγαλοπρεπή αρχιτεκτονική.
Дворец имеет величественную архитектуру. · The palace has magnificent architecture.
Δέχτηκε τους επισκέπτες με μεγαλοπρεπή φιλοξενία.
Он принял гостей с царственным гостеприимством. · He received the guests with generous hospitality.
Η τελετή ήταν πραγματικά μεγαλοπρεπής.
Церемония была по-настоящему величественной. · The ceremony was truly magnificent.