Греческий словарь
с грамматикой

μεγαλοπρέπεια

[meɣaloˈprepja]существительноеη · женский родC1

Значения

1
величие, величавость, благородство; высокое достоинство
grandeur, magnificence; noble dignity, majesty · η μεγαλοπρέπεια του βασιλιά — величие короля
2
щедрость, великодушие, благородный поступок
magnanimity, generosity, noble deed · με μεγαλοπρέπεια δώρισε χρήματα — благородно пожертвовал деньги

Грамматика

Ед. ч.
им.
η μεγαλοπρέπεια
вин.
τη μεγαλοπρέπεια
род.
της μεγαλοπρέπειας
зват.
μεγαλοπρέπεια
Мн. ч.
им.
οι μεγαλοπρέπειες
вин.
τις μεγαλοπρέπειες
род.
των μεγαλοπρεπειών
зват.
μεγαλοπρέπειες

Примеры

Η μεγαλοπρέπεια του αρχαίου ναού εντυπωσίασε τους επισκέπτες.
Величие древнего храма впечатлило посетителей. · The grandeur of the ancient temple impressed the visitors.
Με μεγαλοπρέπεια αποδεκτή τη συμφορά του λαού.
Благородно воспринял беду народа. · He nobly accepted the people's misfortune.
Οι μεγαλοπρέπειες του ηγέμονα ήταν γνωστές σε όλους.
Благородные поступки правителя были известны всем. · The ruler's acts of magnanimity were known to all.