μεγαλειότητα
[meɣaleˈiotita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
величие, величественность, грандиозность
grandeur, majesty, magnificence · η μεγαλειότητα του παλατιού — величие дворца
2
почётный титул (обращение к монарху, высокопоставленному лицу)
Majesty (form of address for a monarch or high-ranking dignitary) · Θείες Μεγαλειότητας — Его Величеству
Грамматика
Ед. ч.
им.
η μεγαλειότητα
вин.
τη μεγαλειότητα
род.
της μεγαλειότητας
зват.
μεγαλειότητα
Мн. ч.
им.
οι μεγαλειότητες
вин.
τις μεγαλειότητες
род.
των μεγαλειοτήτων
зват.
μεγαλειότητες
Примеры
Η μεγαλειότητα της αρχιτεκτονικής μας συγκλονίζει τους επισκέπτες.
Величие нашей архитектуры поражает посетителей. · The grandeur of our architecture astounds visitors.
Η Μεγαλειότητά του δέχτηκε τους πρέσβεις με κάθε τιμή.
Его Величество принял послов со всеми почестями. · His Majesty received the ambassadors with full honours.
Θα θυμάμαι πάντα τη μεγαλειότητα αυτής της στιγμής.
Я всегда буду помнить величие этого момента. · I shall always remember the majesty of that moment.