Греческий словарь
с грамматикой

μεγαλειότης

[meɣaliˈotis]существительноеη · женский родC1

Значения

1
величие, величавость, грандиозность
grandeur, majesty, magnificence · η μεγαλειότης του παλατιού — величие дворца
2
возвышенность (стиля, образа мышления)
sublimity, loftiness (of style, thought) · μεγαλειότης του λόγου — возвышенность стиля

Грамматика

Ед. ч.
им.
η μεγαλειότης
вин.
τη μεγαλειότητα
род.
της μεγαλειότητας
зват.
μεγαλειότης
Мн. ч.
им.
οι μεγαλειότητες
вин.
τις μεγαλειότητες
род.
των μεγαλειοτήτων
зват.
μεγαλειότητες

Примеры

Η μεγαλειότης του Παρθενώνα εντυπωσιάζει κάθε επισκέπτη.
Величие Парфенона впечатляет каждого посетителя. · The grandeur of the Parthenon impresses every visitor.
Ο ποιητής γράφει με μεγαλειότητα και βάθος.
Поэт пишет с возвышенностью и глубиной. · The poet writes with sublimity and depth.
Στη μεγαλειότητα του πέλαγου αισθάνομαι μικρός.
В величии моря я чувствую себя маленьким. · In the majesty of the sea I feel small.