Греческий словарь
с грамматикой

μαυρίζω

[mavˈrizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
чернеть, становиться чёрным; почернеть
to turn black, to blacken, to darken · ο ουρανός μαυρίζει — небо чернеет
2
синеть (от ушибов)
to bruise, to turn black and blue · το μάτι του μαύρισε — его глаз посинел

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μαυρίζω
εσύ
μαυρίζεις
αυτός
μαυρίζει
εμείς
μαυρίζουμε
εσείς
μαυρίζετε
αυτοί
μαυρίζουν
Аорист
εγώ
μαύρισα
εσύ
μάυρισες
αυτός
μάυρισε
εμείς
μαυρίσαμε
εσείς
μαυρίσατε
αυτοί
μάυρισαν
Будущее
εγώ
θα μαυρίσω
εσύ
θα μαυρίσεις
αυτός
θα μαυρίσει
εμείς
θα μαυρίσουμε
εσείς
θα μαυρίσετε
αυτοί
θα μαυρίσουν

Примеры

Ο ουρανός μαύρισε και άρχισε να βρέχει.
Небо потемнело и начался дождь. · The sky darkened and it started raining.
Το μάτι του μαυρίζει από το χτύπημα.
Его глаз синеет от удара. · His eye is blackening from the blow.
Η περιοχή μαύρισε κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Район почернел во время войны. · The region blackened during the war.