Греческий словарь
с грамматикой

ματαιώνω

[matɛˈono]глаголB2

Значения

1
делать тщетным, сводить на нет, расстраивать (планы, попытки)
to frustrate, thwart, render futile · ματαιώνω τις προσπάθειες — расстраиваю попытки
2
обесценивать, лишать смысла
to invalidate, nullify, deprive of value · ματαιώνω το αποτέλεσμα — обесцениваю результат

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ματαιώνω
εσύ
ματαιώνεις
αυτός
ματαιώνει
εμείς
ματαιώνουμε
εσείς
ματαιώνετε
αυτοί
ματαιώνουν
Аорист
εγώ
ματαίωσα
εσύ
ματαίωσες
αυτός
ματαίωσε
εμείς
ματαιώσαμε
εσείς
ματαιώσατε
αυτοί
ματαίωσαν
Будущее
εγώ
θα ματαιώσω
εσύ
θα ματαιώσεις
αυτός
θα ματαιώσει
εμείς
θα ματαιώσουμε
εσείς
θα ματαιώσετε
αυτοί
θα ματαιώσουν

Примеры

Τα αναπάντεχα γεγονότα ματαίωσαν όλα τα σχέδιά του.
Неожиданные события расстроили все его планы. · Unexpected events thwarted all his plans.
Δεν πρέπει να ματαιώσουμε τις προσπάθειες των άλλων.
Не должны мы сводить на нет чужие усилия. · We must not frustrate the efforts of others.
Η λανθασμένη απόφαση ματαίωσε τα αποτελέσματα της έρευνας.
Ошибочное решение обесценило результаты исследования. · The wrong decision invalidated the research results.