Греческий словарь
с грамматикой

ματαίωση

[maˈteosi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
отмена, аннулирование
cancellation, annulment · η ματαίωση της πτήσης — отмена рейса
2
провал, крушение (планов, надежд)
failure, frustration (of plans, hopes) · η ματαίωση του σχεδίου — крушение плана

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ματαίωση
вин.
τη ματαίωση
род.
της ματαίωσης
зват.
ματαίωση
Мн. ч.
им.
οι ματαιώσεις
вин.
τις ματαιώσεις
род.
των ματαιώσεων
зват.
ματαιώσεις

Примеры

Η ματαίωση της πτήσης προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση.
Отмена рейса вызвала большую неразбериху. · The cancellation of the flight caused great disruption.
Δυστυχώς, η ματαίωση του έργου ήταν αναπόφευκτη.
К сожалению, срыв проекта был неизбежен. · Unfortunately, the failure of the project was unavoidable.
Οι ματαιώσεις συναντήσεων ενοχλούν τους συμμετέχοντες.
Отмены встреч раздражают участников. · Cancellations of meetings annoy the participants.