ματάκι
[maˈtaki]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
глаз
eye · το ματάκι του παιδιού — глаз ребёнка
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ματάκι
вин.
το ματάκι
род.
του ματακιού
зват.
ματάκι
Мн. ч.
им.
τα ματάκια
вин.
τα ματάκια
род.
των ματακιών
зват.
ματάκια
Примеры
Τα ματάκια της είναι πολύ όμορφα.
У неё очень красивые глазки. · Her eyes are very beautiful.
Το ματάκι του αγοριού είναι μπλε.
Глаз мальчика голубой. · The boy's eye is blue.
Έκλεισε το ματάκι της και χαμογέλασε.
Она закрыла глазик и улыбнулась. · She closed her eye and smiled.