Греческий словарь
с грамматикой

μαστιγώνω

[mastiˈɣono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
бичевать, хлестать кнутом
to whip, to flog · μαστιγώνω κάποιον με το μαστίγιο — бичевать кого-то кнутом
2
резко критиковать, осуждать
to criticize harshly, to condemn · μαστιγώνει τη διαφθορά — осуждает коррупцию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μαστιγώνω
εσύ
μαστιγώνεις
αυτός
μαστιγώνει
εμείς
μαστιγώνουμε
εσείς
μαστιγώνετε
αυτοί
μαστιγώνουν
Аорист
εγώ
μαστίγωσα
εσύ
μαστίγωσες
αυτός
μαστίγωσε
εμείς
μαστιγώσαμε
εσείς
μαστιγώσατε
αυτοί
μαστίγωσαν
Будущее
εγώ
θα μαστιγώσω
εσύ
θα μαστιγώσεις
αυτός
θα μαστιγώσει
εμείς
θα μαστιγώσουμε
εσείς
θα μαστιγώσετε
αυτοί
θα μαστιγώσουν

Примеры

Η ιστορία μαστιγώνει τις αδικίες του παρελθόντος.
История осуждает несправедливости прошлого. · History condemns the injustices of the past.
Τον μαστίγωσαν για την προδοσία του.
Его резко критиковали за его предательство. · He was harshly criticized for his betrayal.
Ο κριτικός μαστιγώνει τις κακές ταινίες.
Критик осуждает плохие фильмы. · The critic condemns bad films.