μαστίγιο
[masˈtiʝo]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
кнут, плеть
whip · χτύπημα με μαστίγιο — удар кнутом
2
бич, несчастье (перен.)
scourge, affliction (fig.) · το μαστίγιο της πενίας — бич бедности
Грамматика
Ед. ч.
им.
το μαστίγιο
вин.
το μαστίγιο
род.
του μαστιγίου
зват.
μαστίγιο
Мн. ч.
им.
τα μαστίγια
вин.
τα μαστίγια
род.
των μαστιγίων
зват.
μαστίγια
Примеры
Ο αρχαίος δούλος φοβόταν το μαστίγιο του κυρίου.
Древний раб боялся господского кнута. · The ancient slave feared his master's whip.
Η πείνα είναι το μαστίγιο των φτωχών χωρών.
Голод — бич бедных стран. · Hunger is the scourge of poor countries.
Χρησιμοποίησε το μαστίγιό του για να ελέγξει τα άλογα.
Он использовал свой кнут, чтобы управлять лошадьми. · He used his whip to control the horses.