μαρτυρώ
[martiˈro]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1
Значения
1
свидетельствовать, давать показания
to testify, to give evidence · μαρτυρώ στο δικαστήριο — свидетельствовать в суде
2
свидетельствовать о чём-либо, служить доказательством
to bear witness to, to testify to · τα στοιχεία μαρτυρούν την αλήθεια — доказательства свидетельствуют об истине
3
засвидетельствовать, зафиксировать официально
to record officially, to certify · μαρτυρώ την υπογραφή — засвидетельствовать подпись
Грамматика
Настоящее время
εγώ
μαρτυρώ
εσύ
μαρτυράς
αυτός
μαρτυρά
εμείς
μαρτυράμε
εσείς
μαρτυράτε
αυτοί
μαρτυρούν
Аорист
εγώ
μαρτύρησα
εσύ
μαρτύρησες
αυτός
μαρτύρησε
εμείς
μαρτυρήσαμε
εσείς
μαρτυρήσατε
αυτοί
μαρτύρησαν
Будущее
εγώ
θα μαρτυρήσω
εσύ
θα μαρτυρήσεις
αυτός
θα μαρτυρήσει
εμείς
θα μαρτυρήσουμε
εσείς
θα μαρτυρήσετε
αυτοί
θα μαρτυρήσουν
Примеры
Μαρτύρησε ενώπιον του δικαστή για τα όσα είδε.
Он дал показания перед судьей о том, что видел. · He testified before the judge about what he saw.
Τα αρχαία ευρήματα μαρτυρούν μια ακμάζουσα πολιτεία.
Древние находки свидетельствуют о процветающей цивилизации. · Ancient findings testify to a thriving civilization.
Ο δικηγόρος ζήτησε να μαρτυρήσουν δύο μάρτυρες.
Адвокат попросил, чтобы дали показания два свидетеля. · The lawyer asked for two witnesses to testify.
Όλα μαρτυρούν ότι ήταν παρών εκείνη την ώρα.
Всё указывает на то, что он был там в тот момент. · Everything points to him being there at that time.