Греческий словарь
с грамматикой

μαργαριτάρι

[marɡariˈtari]существительноеτο · средний родA2

Значения

1
жемчуг, жемчужина
pearl · πολύτιμο μαργαριτάρι — драгоценная жемчужина
2
перл (о ценной или редкой вещи)
gem, treasure (figuratively) · αυτό το νησί είναι ένα μαργαριτάρι — этот остров — жемчужина

Грамматика

Ед. ч.
им.
το μαργαριτάρι
вин.
το μαργαριτάρι
род.
του μαργαριταριού
зват.
μαργαριτάρι
Мн. ч.
им.
τα μαργαριτάρια
вин.
τα μαργαριτάρια
род.
των μαργαριταριών
зват.
μαργαριτάρια

Примеры

Το μαργαριτάρι είναι πολύ πολύτιμο.
Жемчуг очень дорогой. · Pearl is very precious.
Φόρεσε ένα κολιέ με μαργαριτάρια.
Она надела ожерелье с жемчугом. · She wore a necklace with pearls.
Αυτό το ξενοδοχείο είναι ένα μαργαριτάρι της πόλης.
Этот отель — жемчужина города. · This hotel is a gem of the city.