μαργαριτάρης
[marɣariˈtaris]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
перламутр, перламутровое вещество
mother-of-pearl, nacre · ο μαργαριτάρης του κοχυλιού — перламутр раковины
2
жемчужина (поэтический/архаичный)
pearl (poetic/archaic) · μαργαριτάρης σε μαύρο φόντο — жемчужина на чёрном фоне
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο μαργαριτάρης
вин.
τον μαργαριτάρη
род.
του μαργαριτάρη
зват.
μαργαριτάρη
Мн. ч.
им.
οι μαργαριτάρηδες
вин.
τους μαργαριτάρηδες
род.
των μαργαριτάρηδων
зват.
μαργαριτάρηδες
Примеры
Ο μαργαριτάρης λάμπει στο φως του ήλιου.
Перламутр сверкает в солнечном свете. · The nacre gleams in sunlight.
Χρησιμοποιούν μαργαριτάρη για κοσμήματα και διακόσμηση.
Они используют перламутр для украшений и отделки. · They use mother-of-pearl for jewellery and decoration.
Τον μαργαριτάρη το εξάγουν από τα όστρακα.
Перламутр добывают из раковин. · Nacre is extracted from shells.