μαργαρίτης
[marɡariˈtis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
жемчуг, жемчужина
pearl · ένα κολιέ με μαργαρίτες — ожерелье с жемчугом
2
драгоценность, сокровище (переносно)
precious gem, treasure (figuratively) · αυτό το βιβλίο είναι ένας μαργαρίτης — эта книга — сокровище
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο μαργαρίτης
вин.
τον μαργαρίτη
род.
του μαργαρίτη
зват.
μαργαρίτη
Мн. ч.
им.
οι μαργαρίτες
вин.
τους μαργαρίτες
род.
των μαργαριτών
зват.
μαργαρίτες
Примеры
Ο μαργαρίτης είναι πολύ ακριβός.
Жемчуг очень дорогой. · Pearl is very expensive.
Φορούσε ένα κολιέ με λευκούς μαργαρίτες.
Она носила ожерелье с белыми жемчужинами. · She was wearing a necklace with white pearls.
Τα έργα του είναι μαργαρίτες της λογοτεχνίας.
Его произведения — жемчужины литературы. · His works are pearls of literature.
Έκλεψαν τον μαργαρίτη από το μουσείο.
Они украли жемчужину из музея. · They stole the pearl from the museum.