μαραφέτι
[maraˈfeti]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
проверка, осмотр; досмотр
inspection, check, examination · έκανε μαραφέτι στα έγγραφα — проверил документы
2
обыск (особенно полицейский)
search, frisking (especially by police) · μαραφέτι από την αστυνομία — обыск полицией
Грамматика
Ед. ч.
им.
το μαραφέτι
вин.
το μαραφέτι
род.
του μαραφέτι
зват.
μαραφέτι
Мн. ч.
им.
τα μαραφέτια
вин.
τα μαραφέτια
род.
των μαραφετιών
зват.
μαραφέτια
Примеры
Στο αεροδρόμιο έγινε αυστηρό μαραφέτι στις αποσκευές.
В аэропорту тщательно проверили багаж. · The luggage was thoroughly inspected at the airport.
Οι αστυνομικοί έκαναν μαραφέτια στα αυτοκίνητα.
Полицейские обыскали машины. · The police officers searched the cars.
Χρειάστηκε να περάσει από μαραφέτι για να μπει στην αίθουσα.
Ему пришлось пройти проверку, чтобы войти в зал. · He had to go through a check to enter the hall.