Греческий словарь
с грамматикой

μαλακώνω

[malaˈkono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
размягчать, делать мягким
to soften, to make soft · μαλακώνω το δέρμα — размягчаю кожу
2
смягчать, ослаблять (боль, гнев, строгость)
to ease, to mitigate, to soften (pain, anger, severity) · μαλακώνω τον πόνο — облегчаю боль
3
размягчаться, становиться мягче
to soften, to become soft · το ψωμί μαλακώνει — хлеб становится мягче

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μαλακώνω
εσύ
μαλακώνεις
αυτός
μαλακώνει
εμείς
μαλακώνουμε
εσείς
μαλακώνετε
αυτοί
μαλακώνουν
Аорист
εγώ
μαλάκωσα
εσύ
μαλάκωσες
αυτός
μαλάκωσε
εμείς
μαλακώσαμε
εσείς
μαλακώσατε
αυτοί
μαλάκωσαν
Будущее
εγώ
θα μαλακώσω
εσύ
θα μαλακώσεις
αυτός
θα μαλακώσει
εμείς
θα μαλακώσουμε
εσείς
θα μαλακώσετε
αυτοί
θα μαλακώσουν

Примеры

Χρησιμοποιώ κρέμα για να μαλακώσω το δέρμα μου.
Я использую крем, чтобы размягчить кожу. · I use cream to soften my skin.
Αυτή η μουσική μαλακώνει την ψυχή.
Эта музыка смягчает душу. · This music softens the soul.
Το ψωμί μαλακώνει με την υγρασία.
Хлеб становится мягче от влаги. · The bread softens in the humidity.
Ο καιρός μαλάκωσε και βρέχει.
Погода смягчилась и идёт дождь. · The weather has eased and it is raining.