μακρύτητα
[maˈkritita]существительноеη · женский родB2
Значения
1
длина, протяженность
length, distance · η μακρύτητα του δρόμου — длина дороги
2
долгота, продолжительность
duration, length of time · η μακρύτητα του χειμώνα — долгота зимы
Грамматика
Ед. ч.
им.
η μακρύτητα
вин.
τη μακρύτητα
род.
της μακρύτητας
зват.
μακρύτητα
Мн. ч.
им.
οι μακρύτητες
вин.
τις μακρύτητες
род.
των μακρυτήτων
зват.
μακρύτητες
Примеры
Η μακρύτητα του ποταμού φτάνει τα χίλια χιλιόμετρα.
Длина реки достигает тысячи километров. · The length of the river reaches a thousand kilometres.
Δεν αντέχω την μακρύτητα των περιμένων.
Я не выношу долгого ожидания. · I can't bear such long waits.
Οι μακρύτητες των διαδρόμων του μουσείου είναι εντυπωσιακές.
Протяженность коридоров музея впечатляет. · The distances of the museum's corridors are impressive.