Греческий словарь
с грамматикой

μαθητεύομαι

[maθiˈtevo.me]глаголB1

Значения

1
учиться, быть учеником; проходить ученичество
to be a student, to study; to serve as an apprentice · μαθητεύομαι στον δάσκαλο — учусь у учителя
2
обучать кого-либо, готовить ученика
to teach, to train a student · τον μαθήτευσαν καλά — его хорошо обучали

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μαθητεύομαι
εσύ
μαθητεύεσαι
αυτός
μαθητεύεται
εμείς
μαθητευόμαστε
εσείς
μαθητεύεστε
αυτοί
μαθητεύονται
Аорист
εγώ
μαθήτευσα
εσύ
μαθήτευσες
αυτός
μαθήτευσε
εμείς
μαθητεύσαμε
εσείς
μαθητεύσατε
αυτοί
μαθήτευσαν
Будущее
εγώ
θα μαθητεύω
εσύ
θα μαθητεύεις
αυτός
θα μαθητεύει
εμείς
θα μαθητεύουμε
εσείς
θα μαθητεύετε
αυτοί
θα μαθητεύουν

Примеры

Ο Γιάννης μαθητεύεται σε έναν έμπειρο τεχνίτη.
Яннис проходит ученичество у опытного мастера. · Yiannis is apprenticed to an experienced craftsman.
Μαθήτευσε για τρία χρόνια πριν ανοίξει το δικό του κατάστημα.
Он учился три года, прежде чем открыть свой магазин. · He apprenticed for three years before opening his own shop.
Στο σχολείο θα μαθητεύουν τα παιδιά διάφορα επαγγέλματα.
В школе дети будут обучаться различным ремёслам. · At school the children will be trained in various crafts.