Греческий словарь
с грамматикой

μαζεύομαι

[maˈzɛvome]глаголB1

Значения

1
собираться (вместе), встречаться
gather together, assemble, meet up · μαζεύονται στο κέντρο — собираются в центре
2
приходить в себя, оправляться
pull oneself together, recover · θα μαζευτεί σύντομα — скоро придёт в себя

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μαζεύομαι
εσύ
μαζεύεσαι
αυτός
μαζεύεται
εμείς
μαζευόμαστε
εσείς
μαζεύεστε
αυτοί
μαζεύονται
Аорист
εγώ
μαζεύτηκα
εσύ
μαζεύτηκες
αυτός
μαζεύτηκε
εμείς
μαζευτήκαμε
εσείς
μαζευτήκατε
αυτοί
μαζεύτηκαν
Будущее
εγώ
θα μαζευτώ
εσύ
θα μαζευτείς
αυτός
θα μαζευτεί
εμείς
θα μαζευτούμε
εσείς
θα μαζευτείτε
αυτοί
θα μαζευτούν

Примеры

Όλοι μαζεύονται στο σαλόνι για να δούν την ταινία.
Все собираются в гостиной, чтобы посмотреть фильм. · Everyone gathers in the living room to watch the film.
Μετά από το ατύχημα, δύσκολα μαζεύτηκε.
После аварии она с трудом пришла в себя. · After the accident, she barely pulled herself together.
Θα μαζευτούμε αύριο στην πλατεία;
Завтра встретимся на площади? · Shall we meet up tomorrow at the square?
Μαζέψου και έλα αμέσως!
Собирайся и приходи сейчас же! · Get yourself together and come right now!