μαγεύω
[maˈʝevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
очаровывать, завораживать
to enchant, to captivate · η μουσική με μαγεύει — музыка меня очаровывает
2
колдовать, совершать магические действия
to cast a spell, to work magic · στο παραμύθι η μάγισσα μαγεύει τα παιδιά — в сказке ведьма колдует над детьми
Грамматика
Настоящее время
εγώ
μαγεύω
εσύ
μαγεύεις
αυτός
μαγεύει
εμείς
μαγεύουμε
εσείς
μαγεύετε
αυτοί
μαγεύουν
Аорист
εγώ
μάγεψα
εσύ
μάγεψες
αυτός
μάγεψε
εμείς
μαγέψαμε
εσείς
μαγέψατε
αυτοί
μάγεψαν
Будущее
εγώ
θα μαγέψω
εσύ
θα μαγέψεις
αυτός
θα μαγέψει
εμείς
θα μαγέψουμε
εσείς
θα μαγέψετε
αυτοί
θα μαγέψουν
Примеры
Η ομορφιά της τον μάγεψε αμέσως.
Её красота его сразу очаровала. · Her beauty captivated him immediately.
Αυτή η ιστορία μαγεύει τα παιδιά κάθε φορά.
Эта история каждый раз завораживает детей. · This story enchants the children every time.
Θα με μαγέψεις με αυτό το κόλπο;
Ты очаруешь меня этим трюком? · Will you dazzle me with that trick?