Греческий словарь
с грамматикой

μαγειρεύω

[maʝiˈrevo]глаголA1

Значения

1
готовить (пищу), варить, жарить
to cook, to prepare food · μαγειρεύω φαγητό — готовлю еду

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μαγειρεύω
εσύ
μαγειρεύεις
αυτός
μαγειρεύει
εμείς
μαγειρεύουμε
εσείς
μαγειρεύετε
αυτοί
μαγειρεύουν
Аорист
εγώ
μαγείρεψα
εσύ
μαγείρεψες
αυτός
μαγείρεψε
εμείς
μαγειρέψαμε
εσείς
μαγειρέψατε
αυτοί
μαγείρεψαν
Будущее
εγώ
θα μαγειρεύω
εσύ
θα μαγειρεύεις
αυτός
θα μαγειρεύει
εμείς
θα μαγειρεύουμε
εσείς
θα μαγειρεύετε
αυτοί
θα μαγειρεύουν

Примеры

Κάθε βράδυ μαγειρεύω για την οικογένειά μου.
Каждый вечер я готовлю для своей семьи. · Every evening I cook for my family.
Χθες μαγείρεψα ένα νόστιμο φαγητό.
Вчера я приготовила вкусное блюдо. · Yesterday I cooked a delicious meal.
Θα μαγειρεύουμε μαζί αύριο.
Завтра мы будем готовить вместе. · Tomorrow we will cook together.
Ο σεφ μαγειρεύει με μεγάλη δεξιοτεχνία.
Повар готовит с большим мастерством. · The chef cooks with great skill.