Греческий словарь
с грамматикой

μένω

[ˈmeno]глаголA1

Значения

1
жить, проживать
to live, to reside · Μένω στην Αθήνα. — Я живу в Афинах.
2
оставаться, остаться
to stay, to remain · Θα μείνω εδώ. — Я останусь здесь.
3
ждать
to wait · Περίμενε να μείνει. — Он ждал её.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μένω
εσύ
μένεις
αυτός
μένει
εμείς
μένουμε
εσείς
μένετε
αυτοί
μένουν
Аорист
εγώ
έμεινα
εσύ
έμεινες
αυτός
έμεινε
εμείς
μείναμε
εσείς
μείνατε
αυτοί
έμειναν
Будущее
εγώ
θα μείνω
εσύ
θα μείνεις
αυτός
θα μείνει
εμείς
θα μείνουμε
εσείς
θα μείνετε
αυτοί
θα μείνουν

Примеры

Μένω σε ένα μικρό διαμέρισμα.
Я живу в маленькой квартире. · I live in a small apartment.
Πόσο καιρό θα μείνετε στην Ελλάδα;
Как долго вы останетесь в Греции? · How long will you stay in Greece?
Περίμενα και έμεινα όλη την ημέρα.
Я ждал и оставался весь день. · I waited and stayed all day long.
Μένε εδώ και μην φεύγεις.
Остайся здесь и не уходи. · Stay here and don't leave.