Греческий словарь
с грамматикой

μέλλω

[ˈmɛlo]глаголA2

Значения

1
собираться, намереваться (совершить действие в будущем)
to be about to, to intend (to do something in the future) · Θα μείνω στο σπίτι — Я собираюсь остаться дома
2
грозить, угрожать (что-либо произойдёт, обычно плохое)
to threaten, to be likely (that something bad will happen) · Μέλλει καταιγίδα — Грозит гроза

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μέλλω
εσύ
μέλλεις
αυτός
μέλλει
εμείς
μέλλουμε
εσείς
μέλλετε
αυτοί
μέλλουν
Аорист
εγώ
μέλλωσα
εσύ
μέλλωσες
αυτός
μέλλωσε
εμείς
μελλώσαμε
εσείς
μελλώσατε
αυτοί
μέλλωσαν
Будущее
εγώ
θα μέλλω
εσύ
θα μέλλεις
αυτός
θα μέλλει
εμείς
θα μέλλουμε
εσείς
θα μέλλετε
αυτοί
θα μέλλουν

Примеры

Μέλλω να φύγω αύριο το πρωί.
Я собираюсь уехать завтра с утра. · I'm going to leave tomorrow morning.
Του είπα ότι μέλλει να βρέξει.
Я ему сказал, что грозит дождь. · I told him that rain is threatening.
Μελλούσαν να αρχίσουν το έργο τον Ιούνιο.
Они собирались начать работу в июне. · They were about to start the work in June.
Τι μέλλεις να κάνεις το Σαββατοκύριακο;
Что ты собираешься делать на выходных? · What are you going to do this weekend?