Греческий словарь
с грамматикой

μέλισσα

[ˈmelisa]существительноеη · женский родA1

Значения

1
пчела
bee · η μέλισσα κάνει μέλι — пчела делает мёд

Грамматика

Ед. ч.
им.
η μέλισσα
вин.
τη μέλισσα
род.
της μέλισσας
зват.
μέλισσα
Мн. ч.
им.
οι μέλισσες
вин.
τις μέλισσες
род.
των μελισσών
зват.
μέλισσες

Примеры

Η μέλισσα συλλέγει γύρη από τα λουλούδια.
Пчела собирает пыльцу с цветов. · The bee collects pollen from the flowers.
Οι μέλισσες δουλεύουν όλη την ημέρα.
Пчёлы работают весь день. · The bees work all day long.
Τι κάνουν οι μέλισσες στην κυψέλη;
Что делают пчёлы в улье? · What do the bees do in the hive?
Τα παιδιά φοβούνται τη μέλισσα.
Дети боятся пчелы. · The children are afraid of the bee.