Греческий словарь
с грамматикой

μέγιστος

[ˈmeˈɣistos]прилагательноеB1

Значения

1
самый большой, величайший
greatest, largest · ο μέγιστος αριθμός — наибольшее число
2
наивысший, максимальный
highest, maximum · με μέγιστη προσοχή — с наивысшим вниманием

Грамматика

мужской род
им.
μέγιστος
вин.
μέγιστο
род.
μέγιστου
зват.
μέγιστε
женский род
им.
μέγιστη
вин.
μέγιστη
род.
μέγιστης
зват.
μέγιστη
средний род
им.
μέγιστο
вин.
μέγιστο
род.
μέγιστου
зват.
μέγιστο

Примеры

Αυτό είναι το μέγιστο πρόβλημα της χώρας.
Это главная проблема страны. · This is the greatest problem of the country.
Οι μέγιστοι φιλόσοφοι της αρχαιότητας ήταν σοφοί.
Величайшие философы древности были мудрецами. · The greatest philosophers of antiquity were wise.
Με μέγιστη χαρά σας υποδέχομαι.
С величайшей радостью приветствую вас. · I welcome you with utmost joy.
Αυτή ήταν μέγιστη επιτυχία για όλους.
Это была огромная удача для всех. · It was a tremendous success for everyone.