Греческий словарь
с грамматикой

μάγω

[ˈmaɣo]глаголB1

Значения

1
варить, готовить пищу
to cook · μαγειρεύω το φαγητό — готовлю еду
2
обманывать, морочить
to deceive, to trick · με μάγεψε — он меня обманул

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μάγω
εσύ
μάγεις
αυτός
μάγει
εμείς
μάγουμε
εσείς
μάγετε
αυτοί
μάγουν
Аорист
εγώ
μάγεψα
εσύ
μάγεψες
αυτός
μάγεψε
εμείς
μαγέψαμε
εσείς
μαγέψατε
αυτοί
μάγεψαν
Будущее
εγώ
θα μαγειρέψω
εσύ
θα μαγειρέψεις
αυτός
θα μαγειρέψει
εμείς
θα μαγειρέψουμε
εσείς
θα μαγειρέψετε
αυτοί
θα μαγειρέψουν

Примеры

Η μητέρα μάγει νόστιμο φαγητό.
Мама готовит вкусную еду. · Mother cooks delicious food.
Μας μάγεψε με τις ψέματα του.
Он обманул нас своей ложью. · He deceived us with his lies.
Θα μαγειρέψω για τα παιδιά.
Я буду готовить для детей. · I will cook for the children.