μάγειρας
[ˈmaʝiras]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
повар, шеф-повар
cook, chef · ο μάγειρας του εστιατορίου — повар ресторана
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο μάγειρας
вин.
τον μάγειρα
род.
του μάγειρα
зват.
μάγειρε
Мн. ч.
им.
οι μάγειροι
вин.
τους μάγειρους
род.
των μάγειρων
зват.
μάγειροι
Примеры
Ο μάγειρας προετοιμάζει το δείπνο κάθε βράδυ.
Повар каждый вечер готовит ужин. · The cook prepares dinner every evening.
Ήθελα να γίνω μάγειρας σαν τον πατέρα μου.
Я хотел стать поваром, как мой отец. · I wanted to become a cook like my father.
Οι μάγειροι του ξενοδοχείου είναι πολύ έμπειροι.
Повара отеля очень опытны. · The hotel's cooks are very experienced.