Греческий словарь
с грамматикой

λύνω

[ˈlino]глаголA1

Значения

1
развязывать, расстегивать
to untie, to undo · λύνω τα κορδόνια — развязываю шнурки
2
решать (проблему, загадку)
to solve (a problem, puzzle) · λύνω το πρόβλημα — решаю задачу
3
расторгать, прерывать
to break (a contract, relationship) · λύνω τη σχέση — разрываю отношения

Грамматика

Настоящее время
εγώ
λύνω
εσύ
λύνεις
αυτός
λύνει
εμείς
λύνουμε
εσείς
λύνετε
αυτοί
λύνουν
Аорист
εγώ
έλυσα
εσύ
έλυσες
αυτός
έλυσε
εμείς
λύσαμε
εσείς
λύσατε
αυτοί
έλυσαν
Будущее
εγώ
θα λύσω
εσύ
θα λύσεις
αυτός
θα λύσει
εμείς
θα λύσουμε
εσείς
θα λύσετε
αυτοί
θα λύσουν

Примеры

Λύνω τα κορδόνια των παπουτσιών μου.
Развязываю шнурки своих туфель. · I untie my shoelaces.
Ο Γιάννης έλυσε τη δύσκολη άσκηση μαθηματικών.
Янис решил сложное математическое упражнение. · Yannis solved the difficult math exercise.
Θα λύσω τη συμφωνία αν δεν σέ συμφωνούμε.
Расторгну контракт, если мы не согласны. · I'll terminate the contract if we don't agree.
Λύστε τα προβλήματα στη σελίδα δέκα.
Решите задачи на странице десять. · Solve the problems on page ten.