Греческий словарь
с грамматикой

λυτρώνω

[liˈtrono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
спасать, избавлять (от беды, опасности)
to save, to rescue, to deliver (from danger or evil) · λυτρώνω κάποιον από κίνδυνο — спасаю кого-то от опасности
2
искупить, отплатить (за грех, вину)
to redeem, to atone for (sin, guilt) · λυτρώνω τις αμαρτίες — искупляю грехи

Грамматика

Настоящее время
εγώ
λυτρώνω
εσύ
λυτρώνεις
αυτός
λυτρώνει
εμείς
λυτρώνουμε
εσείς
λυτρώνετε
αυτοί
λυτρώνουν
Аорист
εγώ
λύτρωσα
εσύ
λύτρωσες
αυτός
λύτρωσε
εμείς
λυτρώσαμε
εσείς
λυτρώσατε
αυτοί
λύτρωσαν
Будущее
εγώ
θα λυτρώσω
εσύ
θα λυτρώσεις
αυτός
θα λυτρώσει
εμείς
θα λυτρώσουμε
εσείς
θα λυτρώσετε
αυτοί
θα λυτρώσουν

Примеры

Ο πατέρας του τον λύτρωσε από την φυλακή.
Его отец спас его из тюрьмы. · His father rescued him from prison.
Η θρησκεία λυτρώνει τους πιστούς από το κακό.
Религия спасает верующих от зла. · Religion saves the faithful from evil.
Νιώθω ότι με λύτρωσε αυτή η συνάντηση.
Я чувствую, что эта встреча спасла меня. · I feel that this meeting rescued me.