Греческий словарь
с грамматикой

λυπώ

[liˈpo]глаголA2

Значения

1
огорчать, расстраивать, причинять боль
to sadden, to upset, to grieve · Με λυπάει η είδηση — Меня огорчает эта новость
2
беспокоить, надоедать
to bother, to trouble · Δεν θέλω να σε λυπώ — Я не хочу тебя беспокоить

Грамматика

Настоящее время
εγώ
λυπώ
εσύ
λυπάς
αυτός
λυπάει
εμείς
λυπάμε
εσείς
λυπάτε
αυτοί
λυπάνε
Аорист
εγώ
λύπησα
εσύ
λύπησες
αυτός
λύπησε
εμείς
λυπήσαμε
εσείς
λυπήσατε
αυτοί
λύπησαν
Будущее
εγώ
θα λυπήσω
εσύ
θα λυπήσεις
αυτός
θα λυπήσει
εμείς
θα λυπήσουμε
εσείς
θα λυπήσετε
αυτοί
θα λυπήσουν

Примеры

Με λυπάει που δεν μπορώ να έρθω.
Мне жаль, что я не могу прийти. · I'm sorry I can't come.
Τον λύπησε η απόφασή της πολύ.
Её решение очень его расстроило. · Her decision upset him a lot.
Δεν θέλω να σας λυπήσω με τα προβλήματά μου.
Я не хочу вас беспокоить своими проблемами. · I don't want to burden you with my problems.
Είναι λυπημένος εδώ και μέρες.
Он уже несколько дней в печали. · He's been sad for days now.