λυντσάρω
[liˈndsaro]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB2
Значения
1
линчевать, расправляться самосудом
to lynch, to carry out mob justice · λυντσάρουν τον κατηγορούμενο — толпа расправляется с подозреваемым
Грамматика
Настоящее время
εγώ
λυντσάρω
εσύ
λυντσάρεις
αυτός
λυντσάρει
εμείς
λυντσάρουμε
εσείς
λυντσάρετε
αυτοί
λυντσάρουν
Аорист
εγώ
λυντσάρα
εσύ
λυντσάρες
αυτός
λυντσάρε
εμείς
λυντσάραμε
εσείς
λυντσάρατε
αυτοί
λυντσάρανε
Будущее
εγώ
θα λυντσάρω
εσύ
θα λυντσάρεις
αυτός
θα λυντσάρει
εμείς
θα λυντσάρουμε
εσείς
θα λυντσάρετε
αυτοί
θα λυντσάρουν
Примеры
Η αγέλη λυντσάρει τον ύποπτο χωρίς δίκη.
Толпа расправляется с подозреваемым без суда. · The mob lynches the suspect without trial.
Λυντσάρανε τον άνδρα που κατηγορούταν για έγκλημα.
Они линчевали человека, обвиняемого в преступлении. · They lynched the man accused of the crime.
Φοβάται ότι θα τον λυντσάρουν οι γείτονές του.
Он боится, что его линчуют соседи. · He fears that his neighbours will lynch him.