Греческий словарь
с грамматикой

λυγίζω

[liˈɣizo]глаголB1

Значения

1
сгибать, складывать
to bend, to fold · λυγίζω το χαρτί — я складываю бумагу
2
гнуться, сгибаться
to bend, to flex (intransitive use) · η κλωστή λυγίζει εύκολα — нить легко сгибается

Грамматика

Настоящее время
εγώ
λυγίζω
εσύ
λυγίζεις
αυτός
λυγίζει
εμείς
λυγίζουμε
εσείς
λυγίζετε
αυτοί
λυγίζουν
Аорист
εγώ
έλυγισα
εσύ
έλυγισες
αυτός
έλυγισε
εμείς
λυγίσαμε
εσείς
λυγίσατε
αυτοί
έλυγισαν
Будущее
εγώ
θα λυγίσω
εσύ
θα λυγίσεις
αυτός
θα λυγίσει
εμείς
θα λυγίσουμε
εσείς
θα λυγίσετε
αυτοί
θα λυγίσουν

Примеры

Ο δασκάλος λυγίζει το χαρτί προσεκτικά.
Учитель осторожно складывает бумагу. · The teacher carefully folds the paper.
Έλυγισα το κόκκινο ύφασμα για να το μεταφέρω.
Я сложил красную ткань, чтобы её перенести. · I folded the red fabric to carry it.
Το μεταλλικό καλώδιο λυγίζεται χωρίς να σπάει.
Металлический провод гнётся, не ломаясь. · The metal cable bends without breaking.
Θα λυγίσουμε τα κλαδιά για να κάνουμε τόξο.
Мы согнём ветки, чтобы сделать лук. · We'll bend the branches to make a bow.