λριγμός
[lriˈɣmos]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
трепет, дрожь, озноб
shiver, tremor, chill · λριγμός φόβου — трепет страха
2
трепетание (крыльев и т.п.)
fluttering, trembling (of wings, etc.) · λριγμός των φτερών — трепетание крыльев
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο λριγμός
вин.
τον λριγμό
род.
του λριγμού
зват.
λριγμέ
Мн. ч.
им.
οι λριγμοί
вин.
τους λριγμούς
род.
των λριγμών
зват.
λριγμοί
Примеры
Ένας λριγμός διέτρεξε το σώμα της.
По её телу пробежал озноб. · A shiver ran through her body.
Το λριγμό του φόβου δεν μπορούσε να κρύψει.
Трепет страха он не смог скрыть. · He could not hide the tremor of fear.
Ο λριγμός των φτερών του περιστεριού ήταν ήπιος.
Трепетание крыльев голубя было нежным. · The flutter of the dove's wings was gentle.