Греческий словарь
с грамматикой

λουστραρισμένος

[lustrariˈzmenos]прилагательное · мужской родB2

Значения

1
начищенный, отполированный (до блеска)
polished, shined (to a shine) · παπούτσια λουστραρισμένα — начищенные туфли
2
отглаженный, приведённый в идеальный порядок
spruced up, perfectly groomed or arranged · εμφάνιση λουστραρισμένη — безупречный внешний вид

Грамматика

мужской род
им.
λουστραρισμένος
вин.
λουστραρισμένο
род.
λουστραρισμένου
зват.
λουστραρισμένε
женский род
им.
λουστραρισμένη
вин.
λουστραρισμένη
род.
λουστραρισμένης
зват.
λουστραρισμένη
средний род
им.
λουστραρισμένο
вин.
λουστραρισμένο
род.
λουστραρισμένου
зват.
λουστραρισμένο

Примеры

Τα παπούτσιά του ήταν τέλεια λουστραρισμένα.
Его туфли были идеально начищены. · His shoes were perfectly polished.
Εμφανίστηκε με λουστραρισμένη εμφάνιση στη συνέντευξη.
Он появился на интервью с безупречным внешним видом. · He showed up to the interview looking impeccably groomed.
Το λουστραρισμένο δάπεδο έλάμπει στο φως.
Отполированный пол сверкает на свету. · The polished floor gleams in the light.