λουκάνικο
[luˈkaːniko]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
колбаса
sausage · λουκάνικο με τυρί — колбаса с сыром
Грамматика
Ед. ч.
им.
το λουκάνικο
вин.
το λουκάνικο
род.
του λουκάνικου
зват.
λουκάνικο
Мн. ч.
им.
τα λουκάνικα
вин.
τα λουκάνικα
род.
των λουκάνικων
зват.
λουκάνικα
Примеры
Θέλω ένα λουκάνικο για το πρόγευμα.
Я хочу колбасу на завтрак. · I want a sausage for breakfast.
Αγόρασε δυο λουκάνικα από το κρεοπωλείο.
Он купил две колбасы в мясной лавке. · He bought two sausages from the butcher's.
Τα λουκάνικα είναι νόστιμα και φθηνά.
Колбасы вкусные и дешёвые. · Sausages are tasty and cheap.