λογότυπο
[loˈɣotipu]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
логотип, торговая марка, фирменный знак
logo, trademark, brand symbol · το λογότυπο της εταιρείας — логотип компании
Грамматика
Ед. ч.
им.
το λογότυπο
вин.
το λογότυπο
род.
του λογοτύπου
зват.
λογότυπο
Мн. ч.
им.
τα λογότυπα
вин.
τα λογότυπα
род.
των λογοτύπων
зват.
λογότυπα
Примеры
Το λογότυπο της Apple είναι πολύ διάσημο.
Логотип Apple очень известен. · The Apple logo is very famous.
Αυτό το λογότυπο σχεδιάστηκε από έναν διάσημο καλλιτέχνη.
Этот логотип был разработан известным художником. · This logo was designed by a famous artist.
Τα λογότυπα των ολυμπιακών αγώνων είναι εντυπωσιακά.
Логотипы Олимпийских игр впечатляют. · The logos of the Olympic Games are impressive.